ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ

“Τι είναι αυτός ο θόρυβος;”Ρώτησε ο John, καθώς ακούστηκε ένα τόσο απίστευτο τσιριχτό ουρλιαχτό, που ήταν αδύνατον να αγνοήσεις. Βρισκόμασταν έξω από ένα σφαγείο. Κάλυψε τα αυτιά του με τα χέρια του, σε μια μάταιη προσπάθεια να αποφύγει τον ήχο.

“Γουρούνια!” του φώναξα.

Ήξερα πως δεν καταλάβαινε. Ούτε εγώ είχα καταλάβει την πρώτη φορά που τα είχα ακούσει. Ανεβήκαμε σε κάποια βαρέλια και κοιτάξαμε πάνω από τον τοίχο: σε κάθε κατεύθυνση, όσο το μάτι μπορούσε να δει, υπήρχαν γουρούνια: γουρούνια πάνω σε άλλα γουρούνια, στριμωγμένα σε περιφραγμένους στάβλους κατά χιλιάδες, όπως οι νεκρές σαρδέλες στις κονσέρβες. Η οσμή που αναδυόταν, ήταν σχεδόν αφόρητη, από τα κόπρανα και τα ούρα και από το σκοτεινό εσωτερικό τμήμα του κτιρίου η διαπεραστική μυρωδιά του αίματος εισέβαλε ρουθούνια μας.

Μερικά γουρούνια κάθονταν πάνω σε άλλα, όπως λίγο πολύ ένας άνθρωπος κάθεται σε έναν καναπέ – ενώ άλλα έδειχναν ζαλισμένα. Κάθονταν στα υγροποιημένα περιττώματα, που πασάλειβαν τα πόδια τους καθώς προσπαθούσαν διαρκώς να σταθούν, και να ξεφύγουν, μάταια, από τα ούρα που τους έφευγαν συνέχεια, από το φόβο και τον αποπροσανατολισμό.

Και τα γουρούνια ούρλιαζαν – ανάθεμα!

“Γιατί ουρλιάζουν έτσι;” ρώτησε ο John, φωνάζοντας όσο περισσότερο μπορούσε, ώστε να ακουστεί πάνω από τις εκκωφαντικές κραυγές των γουρουνιών. Από ότι έβλεπε δεν τους έκανε κάποιος κάτι άμεσα κακό.

Περίμενα μέχρι να ησυχάσουν τα ουρλιαχτά τους, με τον τρόπο που πάντα γινόταν, σαν ρολόι. Παρόλο που είχαν μειωθεί σε ένταση, έπρεπε να υψώσω τη φωνή μου για να απαντήσω. “Σε λίγο,” του εξήγησα, “θα σκοτώσουν ένα γουρούνι.” Του έδειξα το σημείο όπου η αποθήκη άνοιγε σαν το κύτος ενός γιγαντιαίου πλοίου. “Όταν το γουρούνι που σφάζουν ουρλιάζει, στέλνει ένα κρουστικό κύμα στα γουρούνια εδώ – για αυτό όλα ουρλιάζουν.”

Ακριβώς εκείνη την στιγμή, από το βάθος του κτιρίου, ακούσαμε το ουρλιαχτό ενός γουρουνιού και μπορούσαμε και να το δούμε, ακριβώς όπως είχα δει κάποιο άλλο και εγώ την πρώτη φορά: ένας άντρας σπρώχνει το γουρούνι επάνω σε έναν κινούμενο ιμάντα μεταφοράς που θα το οδηγήσει στο χώρο της “αναισθητοποίησης”. Εκεί, ένας άλλος άνθρωπος θα του αρπάξει το κεφάλι, με τον ίδιο τρόπο που κάποιος σηκώνει το μαρούλι από μια σαλατιέρα. Ένα επώδυνο ρεύμα ηλεκτρικής ενέργειας θα ξεχυθεί σαν θάλασσα μέσα στο σώμα του ζώου, αρκετά δυνατό – ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουμε – ώστε να καταστείλει τις αισθήσεις του πριν του σκίσουν το λαιμό.

Οι κραυγές των σφαγμένων γουρουνιών κατά την επιθανάτια αγωνία τους πυροδοτούν αυτά τα απίστευτα εκκωφαντικά ουρλιαχτά στα γουρούνια που βρίσκονται στους χώρους σταυλισμού του σφαγείου. Ουρλιαχτά. Ησυχία. Ουρλιαχτά. Και πάλι λέγοντας.

Πιστεύω ότι ήξεραν. Άκουγαν το ετοιμοθάνατο γουρούνι μέσα στην αποθήκη. Μύριζαν το θάνατο. Όπως ήξερα εγώ τι συμβαίνει στο γουρούνι μέσα στην αποθήκη, έτσι ήξεραν και αυτά.

Όταν επανήλθε ησυχία για λίγο, ένα γουρούνι τράβηξε την προσοχή μας – όπως και εμείς τη δική της. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να μπορούσε να μας ακούσει, αλλά ίσως μας αισθάνθηκε, εκεί στον τοίχο, ίσως είδε μια σκιά που δεν εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε, ίσως αισθάνθηκε μια παρουσία που δεν ξέραμε πως εκπέμπαμε. Ίσως τα γουρούνια να είναι ακριβώς τόσο έξυπνα.

Πέρασε πάνω από τα γουρούνια που βρίσκονταν γύρω της, αυτά που βρίσκονταν μέσα στη λάσπη από τα περιττώματα, και έκανε μια έντονη προσπάθεια να μας κοιτάξει κατά πρόσωπο. Εξαντλημένη από την προσπάθεια που μόλις είχε κάνει ή ίσως από το άγχος ολόκληρης της δοκιμασίας αυτής της φονικής μηχανής ή ίσως και από τα δύο, ξαφνικά κάθισε στο βόρβορο που βρίσκονταν κάτω από τις μικροσκοπικές οπλές της.

Και τότε, είμαι σίγουρη γι ‘αυτό, σήκωσε αρκετά σκόπιμα το βλέμμα της προς τους δυο μας στον τοίχο. Μπορούσα να δω το λευκό περίγραμμα της μικροσκοπικής της μπλε ίριδας, την κόρη της που εστίασε στο … πρόσωπο του John.

Ένα γουρούνι ούρλιαζε από το εσωτερικό του κτιρίου: το επόμενο ζαμπόν, μια κραυγή, η κραυγή του απόλυτου φόβου και του αβάσταχτου πόνου. Μια κραυγή που προκάλεσε τη γνώση στα άλλα γουρούνια που βρίσκονταν από έξω και την αλυσιδωτή αντίδρασή τους.

Και το γουρούνι, με το διεισδυτικό βλέμμα της ακόμα κλειδωμένο στον John, άνοιξε το στόμα της ορθάνοιχτα, σε μια σπαραχτική και απεγνωσμένη γκριμάτσα. Από το βάθη της ψυχής της, έβγαλε ένα απεγνωσμένο γοερό θρήνο, μια κραυγή που μόνο ένα ζώο τρομερά καταδικασμένο μπορεί να βγάλει.

Ένιωσα – δεν άκουσα – τον John που σκόνταψε στο χείλος του βαρελιού που στεκόταν. Γύρισα αστραπιαία και τον είδα να προσγειώνεται στα πόδια του, σπρωγμένος εκεί από την ομοιότητα που απροσδόκητα είχε δει ανάμεσα σε αυτόν και το γουρούνι. Στα μάτια του, στο βλέμμα του, υπήρχε το πιο βαθύ και έντονο σοκ.

Είχα κάποτε και εγώ αυτό το βλέμμα και τον ένιωθα: έναν απερίγραπτο πόνο για τα γουρούνια και για αυτόν. Βλέπετε, κάποιες φορές, μερικά ζώα καθώς πεθαίνουν, παίρνουν και μερικούς από εμάς μαζί τους.

 Το παραπάνω κείμενο μεταφράστηκε από το All Creatures και ανήκει στην Laura Moretti του The Animals Voice.